
Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις πιο δύσκολες καμπές της σύγχρονης ιστορίας της, καθώς η επιτάχυνση της ηλεκτροκίνησης και οι αυστηροί κανονισμοί CO₂ της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδηγούν ήδη σε μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο ιταλικό κοινοβούλιο από την ένωση της ιταλικής εφοδιαστικής αλυσίδας αυτοκινήτου αποτυπώνουν μια σκληρή πραγματικότητα: 100.000 απολύσεις σε 15 μήνες στον άμεσο κλάδο και 230.000 αν συνυπολογιστεί το σύνολο της αλυσίδας.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την παραγωγή οχημάτων, αλλά ολόκληρο το οικοσύστημα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας: προμηθευτές, χαλυβουργία, κατασκευαστές εξαρτημάτων, τεχνικά επαγγέλματα και μηχανολογική τεχνογνωσία. Εάν οι Βρυξέλλες δεν αναθεωρήσουν τη στρατηγική της πλήρους απανθρακοποίησης έως το 2035, οι προβλέψεις μιλούν για ακόμη 250.000 θέσεις εργασίας που κινδυνεύουν μέσα στην επόμενη τετραετία.
Το ζήτημα πλέον δεν είναι θεωρητικό ή ιδεολογικό. Είναι τεχνολογικό, βιομηχανικό και βαθιά ανταγωνιστικό. Η συζήτηση γύρω από την τεχνολογική ουδετερότητα, τα βιοκαύσιμα, το «πράσινο» ατσάλι και το μέλλον των θερμικών κινητήρων επηρεάζει άμεσα το αν η Ευρώπη θα παραμείνει κέντρο παραγωγής ή θα μετατραπεί σε καθαρό εισαγωγέα οχημάτων.
Οι αριθμοί της αποβιομηχάνισης
Τα 100.000 χαμένα συμβόλαια εργασίας μέσα σε 15 μήνες αποτελούν μόνο την αρχή. Αν προστεθούν οι έμμεσες επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, ο αριθμός εκτινάσσεται στις 230.000. Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία για δεκαετίες αποτελούσε τον πυρήνα της βιομηχανικής παραγωγής της ηπείρου, δείχνει να χάνει έδαφος με ρυθμό που δεν είχε παρατηρηθεί ούτε κατά την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Η μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα είναι τεχνολογικά αναπόφευκτη, όμως το χρονοδιάγραμμα και ο τρόπος εφαρμογής δημιουργούν έντονες στρεβλώσεις. Η παραγωγή ηλεκτρικών απαιτεί λιγότερα μηχανικά εξαρτήματα, μικρότερη πολυπλοκότητα στον κινητήρα και διαφορετική εξειδίκευση, γεγονός που οδηγεί σε απώλεια παραδοσιακών θέσεων εργασίας σε μηχανουργεία και εταιρείες συστημάτων μετάδοσης.
Το 2035 και ο κανονισμός CO₂
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ως στόχο τον ουσιαστικό τερματισμό πώλησης νέων οχημάτων με θερμικό κινητήρα από το 2035. Η πρόσφατη πρόταση για μείωση στόχου 90% αντί 100% στις εκπομπές CO₂ θεωρείται από μέρος της βιομηχανίας «ημιτελής διόρθωση».
Η βιομηχανία ζητά τεχνολογική ουδετερότητα, δηλαδή δυνατότητα αξιοποίησης πολλαπλών λύσεων: ηλεκτρικά, υβριδικά, συνθετικά καύσιμα, βιοκαύσιμα. Υποστηρίζει ότι η μονοδιάστατη στροφή προς τα αμιγώς ηλεκτρικά δημιουργεί επενδυτική αβεβαιότητα και επιταχύνει την απώλεια παραγωγής εκτός Ευρώπης.
Η ζήτηση δεν ακολουθεί
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οκτώ στους δέκα Ευρωπαίους καταναλωτές εξακολουθούν να μη επιλέγουν ηλεκτρικό όχημα. Το υψηλό κόστος αγοράς, οι ανησυχίες για αυτονομία και οι ελλιπείς υποδομές φόρτισης λειτουργούν ανασταλτικά.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη έχει χάσει τρία εκατομμύρια οχήματα σε ετήσια παραγωγή σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα, ενώ η Κίνα εξάγει στην ευρωπαϊκή αγορά κυρίως θερμικά μοντέλα. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: η Ευρώπη περιορίζει τη δική της παραγωγή θερμικών, αλλά εισάγει αντίστοιχα προϊόντα από τρίτες χώρες.
Βιοκαύσιμα και ειδικοί κατασκευαστές
Η πρόταση για άμεση αξιοποίηση βιοκαυσίμων εντάσσεται στο αίτημα ευελιξίας. Τα βιοκαύσιμα θα μπορούσαν να προσφέρουν μεταβατική λύση μειώνοντας τις εκπομπές χωρίς να απαιτείται πλήρης αντικατάσταση στόλου.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στους μικρούς, εξειδικευμένους κατασκευαστές – ειδικά σε περιοχές όπως η ιταλική Motor Valley – των οποίων η παραγωγή είναι περιορισμένη και οι συνολικές εκπομπές αμελητέες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η βιομηχανία ζητά μόνιμη εξαίρεση από αυστηρούς στόχους CO₂.
Το διακύβευμα για την ανταγωνιστικότητα
Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο εντός Ευρώπης. Ανταγωνίζεται κρατικά επιδοτούμενα κινεζικά εργοστάσια και μια αμερικανική αγορά που εφαρμόζει πιο ευέλικτες πολιτικές στήριξης.
Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα καταφέρει να ισορροπήσει μεταξύ περιβαλλοντικής φιλοδοξίας και βιομηχανικής βιωσιμότητας. Χωρίς αναπροσαρμογή στρατηγικής, ο κίνδυνος αποβιομηχάνισης είναι υπαρκτός και μετρήσιμος.






