Live η Κίνηση στους δρόμους
Νέο θρίλερ για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία – Οι πολιτικές κόντρες απειλούν την αναθεώρηση του 2035

Νέο θρίλερ για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία – Οι πολιτικές κόντρες απειλούν την αναθεώρηση του 2035

Η αναθεώρηση των κανόνων εκπομπών ρύπων μετά το 2035 σκοντάφτει σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, εντείνοντας την αβεβαιότητα στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία

Νέο θρίλερ για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία – Οι πολιτικές κόντρες απειλούν την αναθεώρηση του 2035

Εφόσον η αναθεώρηση του ευρωπαϊκού πλαισίου για τις εκπομπές CO₂ στα αυτοκίνητα θεωρείται καθοριστική για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, οι καθυστερήσεις που καταγράφονται στις Βρυξέλλες προκαλούν ολοένα και μεγαλύτερο προβληματισμό σε κατασκευαστές, προμηθευτές και κυβερνήσεις. Παρά την παρουσίαση του Automotive Package από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι πολιτικές διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών και των μεγαλύτερων κοινοβουλευτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δυσκολεύουν την επίτευξη κοινής γραμμής για τους στόχους εκπομπών μετά το 2035. Την ίδια στιγμή, οι επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις σε Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία προσθέτουν νέα εμπόδια στη διαδικασία, ενισχύοντας την αβεβαιότητα γύρω από τις μελλοντικές ρυθμίσεις που θα καθορίσουν την πορεία της ηλεκτροκίνησης, των εναλλακτικών καυσίμων και συνολικά του ευρωπαϊκού κλάδου αυτοκινήτου τα επόμενα χρόνια.

Η αναθεώρηση των κανονισμών για τις εκπομπές ρύπων των αυτοκινήτων αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους φακέλους για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Δυστυχώς, οι διαδικασίες μόνο σύντομες δεν είναι.

Το χρονικό

Τον περασμένο Δεκέμβριο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το πολυαναμενόμενο πακέτο μέτρων για την αυτοκινητοβιομηχανία (Automotive Package), το οποίο περιλαμβάνει και μια «έμμεση» αναθεώρηση του στόχου για μείωση των εκπομπών κατά 100% έως το 2035. Με τον τρόπο αυτό ξεκίνησε μια διαδικασία που μέχρι σήμερα έχει σημειώσει ελάχιστη πρόοδο. Οι προτάσεις των Βρυξελλών πρέπει πρώτα να εξεταστούν από την Επιτροπή Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το όργανο αυτό θα διαμορφώσει τη θέση που θα τεθεί προς ψήφιση στην ολομέλεια των ευρωβουλευτών. Στη συνέχεια θα κληθεί να τοποθετηθεί και το Συμβούλιο της ΕΕ, ενώ δεν αποκλείεται να ακολουθήσει και η διαδικασία του Τριλόγου, προκειμένου να επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ των τριών βασικών θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

Προς το παρόν, η κοινοβουλευτική ψηφοφορία έχει προγραμματιστεί για τον Νοέμβριο, ωστόσο ο Βαβασόρι δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο περαιτέρω καθυστερήσεων. Με λίγα λόγια, η αβεβαιότητα κυριαρχεί, ιδίως υπό το φως των εξελίξεων των τελευταίων ημερών, καθώς έχει αναδειχθεί μια σαφής διάσταση απόψεων μεταξύ των βασικών πολιτικών δυνάμεων που στηρίζουν την παρούσα Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την πρόεδρό της, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Ο εκλογικός παράγοντας

Η μόνη βεβαιότητα αφορά τις σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις του 2027: τον Απρίλιο θα διεξαχθούν οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, τον Αύγουστο οι γενικές εκλογές στην Ισπανία, ενώ ενδιάμεσα (πιθανότατα στα τέλη Μαΐου) αναμένονται οι βουλευτικές εκλογές στην Ιταλία. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι δηλώσεις του Γενς Γκίζεκε, ευρωβουλευτή του γερμανικού CDU, εκπροσώπου του ΕΛΚ στην Επιτροπή Μεταφορών και μέλους της Επιτροπής Περιβάλλοντος, ο οποίος δήλωσε στην Automobilwoche:

«Όλα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2027.»

Από τον Νοέμβριο και μετά θα ξεκινήσει ουσιαστικά ένας αγώνας δρόμου για να αποφευχθεί η παράλυση της διαδικασίας εξαιτίας των εκλογικών κύκλων σε τρεις σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες εδώ και καιρό έχουν λάβει σαφή θέση απέναντι στις πολιτικές των Βρυξελλών για τον κλάδο του αυτοκινήτου. Μόλις πριν από λίγες ημέρες, η Γαλλία και η Ισπανία, μεταξύ άλλων χωρών, απέστειλαν επιστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητώντας τη διατήρηση των πολιτικών υπέρ της ηλεκτροκίνησης και, κυρίως, του στόχου μηδενικών εκπομπών έως το 2035.

Η θέση αυτή έρχεται σε σαφή αντίθεση με εκείνη της Γερμανίας και της Ιταλίας, οι οποίες τάσσονται υπέρ μιας ουσιαστικής αναθεώρησης των κανόνων, ώστε να ληφθούν υπόψη οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Σχέδια εκθέσεων και αντιπροτάσεις

Η διάσταση απόψεων μεταξύ των κρατών-μελών αντικατοπτρίζεται και στις κοινοβουλευτικές ομάδες της πλειοψηφίας που στηρίζει την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Αρκεί να εξετάσει κανείς τα σχέδια εκθέσεων που έχουν κατατεθεί στην Επιτροπή Περιβάλλοντος.

Το πρώτο, που φέρει την υπογραφή του Μασιμιλιάνο Σαλίνι από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, προβλέπει σειρά τροποποιήσεων στο Automotive Package, μεταξύ των οποίων και μια «πραγματική μείωση κατά 90%» των εκπομπών, καταργώντας τον μηχανισμό πιστώσεων άνθρακα που πρότειναν οι Βρυξέλλες. Η Επιτροπή πράγματι προτείνει τη μείωση κατά 90% – δηλαδή περίπου στα 11,5 γραμμάρια CO₂ – αλλά συνδέει το υπόλοιπο 10% με δύο προϋποθέσεις: τη χρήση «πράσινου» χάλυβα (7%) και την αξιοποίηση εναλλακτικών καυσίμων (3%).

Ο μηχανισμός αυτός είναι εξαιρετικά περίπλοκος, ωστόσο υπάρχει ένα ακόμη πιο αμφιλεγόμενο ζήτημα: η αντιμετώπιση των εταιρικών στόλων οχημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, οι Τίεμο Βέλκεν και Φρανσουά Βέλκεν από την Ομάδα των Σοσιαλδημοκρατών κατέθεσαν δεύτερο σχέδιο έκθεσης με ακόμη αυστηρότερα μέτρα από εκείνα της Επιτροπής.

Για να επιταχύνει την ηλεκτροκίνηση στους στόλους μεγάλων επιχειρήσεων (με 250 ή περισσότερους εργαζομένους ή κύκλο εργασιών άνω των 50 εκατ. ευρώ), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καθορίσει δεσμευτικούς στόχους ανά κράτος-μέλος. Για παράδειγμα, για τη Γερμανία προβλέπεται ελάχιστο ποσοστό οχημάτων μηδενικών εκπομπών 54% έως το 2030 και 95% έως το 2035. Το νέο σχέδιο αυξάνει τους στόχους αυτούς στο 65% και 99% αντίστοιχα.

Για την Ιταλία, οι στόχοι αυξάνονται από 45% σε 54% για το 2030 και από 80% σε 84% για το 2035. Συνολικά, η ΕΕ θα πρέπει έως το τέλος της δεκαετίας να επιτύχει ποσοστό ηλεκτρικών οχημάτων στους εταιρικούς στόλους 54%, έναντι του 45% που προέβλεπε η πρόταση της Επιτροπής.

Παράλληλα, το σχέδιο των Βέλκεν ζητεί από τα κράτη-μέλη να διακόψουν από το 2028 τη χορήγηση φορολογικών κινήτρων για εταιρικά οχήματα που κινούνται με ορυκτά καύσιμα και να ευνοούν αποκλειστικά τα ηλεκτρικά οχήματα με μπαταρία που παράγονται στην Ευρώπη.

Η γερμανική δυσαρέσκεια

Η έκθεση των Σοσιαλδημοκρατών έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο εντός του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Η γερμανική ένωση αυτοκινητοβιομηχανίας VDA απέρριψε το σχέδιο, απορρίπτοντας κάθε ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης των ήδη φιλόδοξων στόχων που είχαν συζητηθεί στο παρελθόν.

Η ισχυρή οργάνωση, υπό την προεδρία της Χίλντεγκαρντ Μίλερ, χαρακτήρισε αντιπαραγωγικά τα νέα μέτρα, υποστηρίζοντας ότι κινδυνεύουν να καταστήσουν ακόμη πιο δύσκολη μια ήδη δαπανηρή οικονομικά μετάβαση και να αυξήσουν τη γραφειοκρατική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις και τους διαχειριστές στόλων.

Η Μίλερ υπενθύμισε επίσης τη θέση του Βερολίνου, το οποίο έχει ήδη εκφράσει την αντίθεσή του στα μέτρα του Automotive Package που αφορούν τους εταιρικούς στόλους, επαναλαμβάνοντας την έκκληση προς τις Βρυξέλλες να βελτιώσουν τις συνθήκες για την ηλεκτροκίνηση, μέσω της αναβάθμισης των δικτύων και της μείωσης του ενεργειακού κόστους.

Φυσικά, η Γερμανία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα θα μπορούσε θεωρητικά να αναζητήσει στήριξη από πιο ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις για να εξασφαλίσει την έγκριση των προτάσεών του. Ωστόσο, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιδιώκει μια συμφωνία μεταξύ του ΕΛΚ και των υπόλοιπων κομμάτων της κυβερνητικής πλειοψηφίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δηλαδή των Σοσιαλδημοκρατών και των Φιλελευθέρων του Renew Europe.

Σε αυτή την περίπτωση, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος να προκύψει ένας συμβιβασμός που δεν θα ικανοποιεί την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία και δεν θα είναι σε θέση να άρει το σημερινό κλίμα κανονιστικής αβεβαιότητας.