
Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία ανεβάζει τον τόνο προς τις Βρυξέλλες, ζητώντας να αποτυπωθεί θεσμικά η τεχνολογική ουδετερότητα στη νομοθεσία για τις εκπομπές CO2. Με κοινή δήλωση που φέρει την υπογραφή 30 ενώσεων της αλυσίδας αξίας, οι φορείς καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενσωματώσει ρητά τα βιοκαύσιμα και γενικότερα τα ανανεώσιμα καύσιμα στους κανονισμούς για τα επιβατικά αυτοκίνητα και τα ελαφρά επαγγελματικά οχήματα. Στόχος τους είναι η απανθρακοποίηση να μην στηριχθεί μονοδιάστατα στην ηλεκτροκίνηση, αλλά να αξιοποιήσει και λύσεις όπως τα προηγμένα βιοκαύσιμα και τα e-fuels.
Το αίτημα έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από την κρίσιμη αναθεώρηση των ευρωπαϊκών κανονισμών, με τη βιομηχανία να ζητά ίση αντιμετώπιση νέων και υφιστάμενων οχημάτων ως προς τη χρήση ανανεώσιμων καυσίμων, εισαγωγή Carbon Correction Factor ώστε να αναγνωρίζεται η πραγματική μείωση CO2, και πλαίσιο που θα επιτρέπει στα οχήματα αποκλειστικής χρήσης βιοκαυσίμων να λογίζονται ως μηδενικών εκπομπών. Σε μια συγκυρία όπου ο στόχος του 2035 παραμένει κομβικός, το μήνυμα είναι σαφές: χωρίς θεσμικό χώρο για πολλαπλές τεχνολογίες, η μετάβαση στο 2050 κινδυνεύει να χάσει σε αποτελεσματικότητα και κοινωνικοοικονομική βιωσιμότητα.
Τριάντα ενώσεις που εκπροσωπούν την ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας της αυτοκινητοβιομηχανίας, υπέγραψαν κοινή δήλωση ζητώντας από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα να εντάξουν τα ανανεώσιμα καύσιμα στο πλαίσιο της νομοθεσίας για τις εκπομπές CO2 των επιβατικών αυτοκινήτων και των ελαφρών επαγγελματικών οχημάτων.
Δεν αρκεί η αποκλειστική έμφαση στην ηλεκτροκίνηση
Η πρωτοβουλία ακολουθεί λίγες μόνο ημέρες μετά τα ανοίγματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την αναγνώριση των βιοκαυσίμων και την τεχνολογική ουδετερότητα, ενώ προηγείται κατά μερικές εβδομάδες του ραντεβού του Δεκεμβρίου, όπου η ίδια Επιτροπή ενδέχεται να ανακοινώσει σημαντικές εξελίξεις για τη βιομηχανία των τεσσάρων τροχών στην Ευρώπη.
Στο πλαίσιο αυτό, οι υπογράφοντες δηλώνουν ότι στηρίζουν τη Συμφωνία του Παρισιού και τον στόχο της καθαρής κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, ωστόσο θεωρούν πως για την απανθρακοποίηση των μεταφορών δεν αρκεί η αποκλειστική έμφαση στην ηλεκτροκίνηση. Κατά την άποψή τους, τα ανανεώσιμα καύσιμα μπορούν να «διαδραματίσουν αναντικατάστατο ρόλο στην επίτευξη των κλιματικών στόχων».
Ενόψει της αναθεώρησης των κανονισμών, οι ενώσεις απέστειλαν επιστολή στις Βρυξέλλες προτείνοντας συγκεκριμένες ενσωματώσεις στο νέο πλαίσιο. Ζητούν ίση μεταχείριση των νέων οχημάτων και εκείνων που κυκλοφορούν ήδη, ως προς τη χρήση ανανεώσιμων καυσίμων, καθώς και την εισαγωγή Carbon Correction Factor (CCF) ώστε να λαμβάνεται υπόψη η συμβολή των ανανεώσιμων καυσίμων στη μείωση των εκπομπών. Παράλληλα, ζητούν να αναγνωρίζονται τα οχήματα που κινούνται αποκλειστικά με ανανεώσιμα καύσιμα ως «οχήματα μηδενικών εκπομπών», αντίστοιχα με τα ηλεκτρικά, αλλά και την εναρμόνιση της φορολογίας για αυτές τις κατηγορίες οχημάτων, με στόχο η είσοδός τους στην αγορά να γίνει πριν από το 2030 και όχι μετά το 2035. Επιπλέον, προτείνουν τη θέσπιση ενιαίου νομικού ορισμού για τα ανανεώσιμα καύσιμα, ευθυγραμμισμένου με τη Directive sulle Energie Rinnovabili (RED), καθώς και μια σταδιακή αύξηση των απαιτήσεων μείωσης CO2 που αφορούν τα συγκεκριμένα καύσιμα.
Το κάλεσμα
Η κοινή δήλωση κλείνει με κάλεσμα προς τις Βρυξέλλες για άνοιγμα σε πολλαπλές τεχνολογικές λύσεις. Όπως επισημαίνουν οι ενώσεις, μια αποτελεσματική ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική χρειάζεται εργαλεία ουδέτερα ως προς την τεχνολογία και ένα ρυθμιστικό περιβάλλον που ενισχύει τα κίνητρα. Οι προτάσεις τους, σημειώνουν, χαράσσουν μια μακροπρόθεσμη προοπτική, απαραίτητη επειγόντως για την επέκταση των ανανεώσιμων καυσίμων στις οδικές μεταφορές, ενισχύοντας με βιώσιμο τρόπο τις επενδύσεις, την καινοτομία και τη βιομηχανική ικανότητα.
Για τον λόγο αυτό, οι υπογράφοντες καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εντάξει «γρήγορα και επίσημα» τα ανανεώσιμα καύσιμα στη νομοθεσία για τη μείωση των εκπομπών CO2 των ελαφρών οχημάτων, ενόψει της επερχόμενης αναθεώρησης. Μόνο έτσι, καταλήγουν, η Ευρώπη θα μπορέσει να πετύχει τους κλιματικούς της στόχους με αποτελεσματικότητα, οικονομική βιωσιμότητα και κοινωνική υπευθυνότητα.






