Η συζήτηση γύρω από την ηλεκτροκίνηση δεν περιορίζεται πια μόνο στην αυτονομία και την υποδομή φόρτισης. Όλο και πιο συχνά τίθεται το ερώτημα αν ο οδηγός και οι επιβάτες ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου εκτίθενται σε υψηλότερα επίπεδα ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας σε σχέση με ένα συμβατικό αυτοκίνητο με κινητήρα εσωτερικής καύσης. Μία εκτενής μελέτη της γερμανικής λέσχης αυτοκινήτου ADAC, σε συνεργασία με εξειδικευμένα ερευνητικά ιδρύματα, δίνει ξεκάθαρη απάντηση: δεν προκύπτει κίνδυνος για την υγεία από τη χρήση ηλεκτρικών αυτοκινήτων ή ηλεκτρικών μοτοσικλετών.
Ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία δημιουργούνται οπουδήποτε ρέει ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτό ισχύει τόσο για τα συμβατικά όσο και για τα ηλεκτρικά οχήματα. Στα ηλεκτρικά, πέρα από τον κλασικό ηλεκτρικό εξοπλισμό, προστίθεται ο ηλεκτροκινητήρας, το σύστημα υψηλής τάσης και η διαδικασία φόρτισης, γεγονός που εύλογα εντείνει τις απορίες του κοινού.
Η μελέτη της ADAC: σχεδόν ένα εκατομμύριο μετρήσεις
Η ADAC, σε συνεργασία με το Κέντρο Έρευνας για την Ηλεκτρομαγνητική Περιβαλλοντική Συμβατότητα, το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο RWTH Aachen και την Seibersdorf Labor GmbH, πραγματοποίησε ένα εκτεταμένο ερευνητικό πρόγραμμα με πάνω από 975.000 μεμονωμένες μετρήσεις ηλεκτρομαγνητικών πεδίων. Στόχος ήταν να αποτυπωθεί με ακρίβεια τι συμβαίνει στο εσωτερικό πραγματικών οχημάτων σε συνθήκες χρήσης.
Στο πλαίσιο της μελέτης εξετάστηκαν έντεκα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, δύο plug-in υβριδικά και ένα αυτοκίνητο με κινητήρα εσωτερικής καύσης, μαζί με τέσσερις ηλεκτρικές μοτοσικλέτες. Οι μετρήσεις έγιναν τόσο σε δυναμόμετρο (κυλιόμενο δρόμο) της ADAC όσο και σε πίστα δοκιμών, ώστε να καλυφθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος ρεαλιστικών συνθηκών οδήγησης.
Τα πειραματικά δεδομένα συμπληρώθηκαν από αριθμητικούς υπολογισμούς με ανατομικά μοντέλα ανθρώπινου σώματος, προκειμένου να αξιολογηθούν οι πραγματικές επιπτώσεις στον ανθρώπινο οργανισμό, ειδικά σε περιπτώσεις όπου κάποιες τοπικές τιμές αναφοράς φαίνονται αυξημένες.
Πώς μετρήθηκαν τα πεδία μέσα στην καμπίνα
Για να αποτυπωθεί η έκθεση του επιβάτη, οι ερευνητές τοποθέτησαν δέκα αισθητήρες σε ένα ειδικά διαμορφωμένο κάθισμα, από την περιοχή των ποδιών μέχρι το ύψος του κεφαλιού. Χρησιμοποιήθηκαν δύο σχεδόν πανομοιότυπα αυτοκίνητα – ένα Opel Corsa με κινητήρα εσωτερικής καύσης και ένα αμιγώς ηλεκτρικό Opel Corsa-e – ώστε να υπάρχει άμεση και δίκαιη σύγκριση.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι κατά την οδήγηση μπορεί να εμφανιστούν τοπικές και σύντομες αυξήσεις της έντασης του μαγνητικού πεδίου, κυρίως σε φάσεις όπως η εκκίνηση, το φρενάρισμα, η έντονη επιτάχυνση ή όταν ενεργοποιούνται συγκεκριμένα ηλεκτρικά εξαρτήματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως και αυξημένο κίνδυνο, καθώς το κρίσιμο σημείο είναι το αν τα βασικά όρια έκθεσης ξεπερνιούνται στο ανθρώπινο σώμα – κάτι που, σύμφωνα με τη μελέτη, δεν συμβαίνει.
Υψηλότερες τιμές στα πόδια, χαμηλότερες στο κεφάλι
Οι υψηλότερες τιμές ηλεκτρομαγνητικών πεδίων μετρήθηκαν κυρίως στην περιοχή των ποδιών του οδηγού και του συνοδηγού, ενώ το κεφάλι και ο κορμός εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα έκθεσης. Ο λόγος είναι απλός: τα πόδια βρίσκονται πιο κοντά σε ηλεκτρικά εξαρτήματα τα οποία παράγουν ηλεκτρομαγνητικά πεδία, όπως γραμμές τροφοδοσίας, μετατροπείς ισχύος ή τμήματα της καλωδίωσης υψηλής τάσης.
Παρά τις κατά τόπους αυξημένες ενδείξεις, οι υπολογισμοί με ανατομικά μοντέλα έδειξαν ότι ακόμη και σε αυτές τις «αιχμές» οι τιμές στο ανθρώπινο σώμα δεν ξεπερνούν τα βασικά όρια. Αυτό ισχύει τόσο για τον γενικό πληθυσμό όσο και για ευαίσθητες ομάδες, όπως άτομα με εμφυτεύματα ή έγκυες γυναίκες. Με άλλα λόγια, δεν προκύπτει τεκμηριωμένος κίνδυνος για την υγεία από την παρουσία σε ηλεκτρικό αυτοκίνητο.
Τα πεδία υψηλής συχνότητας δεν προέρχονται από το σύστημα κίνησης
Ένα ακόμη σημείο που ξεκαθαρίζει η μελέτη της ADAC αφορά τα πεδία υψηλής συχνότητας. Εκεί η διαφορά ανάμεσα σε ηλεκτρικά και θερμικά οχήματα είναι μικρή και δεν σχετίζεται με τον ηλεκτροκινητήρα ή την μπαταρία, αλλά με την τεχνολογία ραδιοσυχνοτήτων μέσα στο αυτοκίνητο:
Bluetooth, Wi-Fi, συστήματα εισόδου χωρίς κλειδί, παρακολούθηση πίεσης ελαστικών, ραντάρ για συστήματα υποβοήθησης οδηγού, όλα αυτά δημιουργούν πεδία υψηλής συχνότητας που υπάρχουν σε κάθε σύγχρονο αυτοκίνητο, ανεξαρτήτως τύπου κίνησης.
Επιπλέον, και άλλος εξοπλισμός όπως τα θερμαινόμενα καθίσματα ή άλλα βοηθητικά ηλεκτρικά συστήματα συμβάλλουν στο συνολικό «ηλεκτρομαγνητικό προφίλ» του οχήματος.
Όρια, πραγματική έκθεση και διαφορές μεταξύ μοντέλων
Σε καμία από τις δοκιμές δεν σημειώθηκε υπέρβαση των καθορισμένων βασικών ορίων έκθεσης για τον άνθρωπο. Αυτό ισχύει τόσο για τα ηλεκτρικά όσο και για τα συμβατικά οχήματα. Ακόμη και όταν τοπικά και στιγμιαία οι εντάσεις μαγνητικού πεδίου ξεπερνούσαν τις τιμές αναφοράς, η συνολική έκθεση όπως τη «βλέπει» το ανθρώπινο σώμα παρέμενε εντός των επιτρεπτών ορίων.
Η ADAC επισημαίνει ότι τα επίπεδα ηλεκτρομαγνητικών πεδίων δεν είναι ίδια σε όλα τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Μπορεί να ποικίλλουν σημαντικά από μοντέλο σε μοντέλο, ανάλογα με τη διάταξη του συστήματος υψηλής τάσης, τη θέση των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων, την αρχιτεκτονική της πλατφόρμας και τον τρόπο θωράκισης των καλωδιώσεων. Αυτό όμως δεν αλλάζει το βασικό συμπέρασμα: με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, η χρήση ηλεκτρικού αυτοκινήτου δεν συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο για την υγεία λόγω ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας σε σχέση με ένα αντίστοιχο όχημα με κινητήρα εσωτερικής καύσης.
Σε μια περίοδο που η ηλεκτροκίνηση αναπτύσσεται ραγδαία και αρκετοί οδηγοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στο «αόρατο», η μελέτη αυτή λειτουργεί ως μια τεχνικά τεκμηριωμένη απάντηση: τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν είναι «ηλεκτρομαγνητικά πιο επικίνδυνα», απλώς η τεχνολογία τους – όπως και κάθε σύγχρονη ηλεκτρονική συσκευή – απαιτεί σωστό σχεδιασμό, πιστοποίηση και συνεχή έλεγχο. Και εκεί, όπως φαίνεται, η αυτοκινητοβιομηχανία έχει ήδη κάνει τη δουλειά της.
Πηγή : ΑΠΕ ΜΠΕ







