Νέα δεδομένα διαμορφώνονται για τα αυτοκίνητα της επόμενης δεκαετίας, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επαναπροσδιορίζει το πλαίσιο εκπομπών CO₂, με τον επίτροπο Βιώσιμων Μεταφορών και Τουρισμού Απόστολο Τζιτζικώστα να επιβεβαιώνει ότι μετά το 2035 δεν οδηγούμαστε σε απόλυτη απαγόρευση των θερμικών κινητήρων, αλλά σε ένα πιο ευέλικτο και τεχνολογικά ουδέτερο μοντέλο μετάβασης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το νέο «Automotive Package», ένα πακέτο μέτρων που στοχεύει στην προσαρμογή της αυτοκινητοβιομηχανίας στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, προβλέποντας μείωση του στόχου εκπομπών CO₂ στο 90% έως το 2035, μηχανισμούς αντιστάθμισης μέσω e-fuels, βιοκαυσίμων και υλικών χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος, καθώς και ειδικά κίνητρα για μικρά, προσιτά ηλεκτρικά αυτοκίνητα και εταιρικούς στόλους.
Σύμφωνα με τον Απόστολο Τζιτζικώστα, ο τελικός σχεδιασμός προέκυψε μέσα από στενή συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς κατασκευαστές, ώστε το νέο πλαίσιο να επιτρέπει τη συνύπαρξη ηλεκτρικών, υβριδικών και επιλεγμένων θερμικών τεχνολογιών μετά το 2035, δίνοντας στην αυτοκινητοβιομηχανία τον απαραίτητο χρόνο για εξέλιξη νέων μοντέλων, επενδύσεις σε μπαταρίες και διατήρηση της παραγωγής και των θέσεων εργασίας στην Ευρώπη.
Η τοποθέτηση
Όπως τόνισε ο επίτροπος Βιώσιμων Μεταφορών και Τουρισμού, «σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, το νέο πλαίσιο αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό ορόσημο, που δείχνει ότι δεν διστάζουμε να προσαρμόζουμε τις πολιτικές μας, όταν συνειδητοποιούμε ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει».
«Εξοπλίζουμε την αυτοκινητοβιομηχανία της Ευρώπης, ώστε να διατηρήσει την ηγετική της θέση σε μια ανταγωνιστική παγκόσμια αγορά που μεταβάλλεται με ταχύτατους ρυθμούς, ενώ ταυτόχρονα διατηρούμε σταθερά την πορεία μας προς πιο βιώσιμες μεταφορές», προσέθεσε.
Ο κ. Τζιτζικώστας επισήμανε, επίσης, ότι «υλοποιούμε άλλη μια κρίσιμη δέσμη μέτρων, με στόχο τη διατήρηση της ισχύος, της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας στην παγκόσμια αγορά. Βασιζόμαστε στην κοινή λογική και την προσαρμογή στις πραγματικές συνθήκες. Η αναθεώρηση των στόχων μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα για τα αυτοκίνητα και τα ημιφορτηγά θα επιτρέψει μεγαλύτερη ευελιξία και προσαρμοστικότητα, ώστε αφενός να μη διαταραχθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, αφετέρου να μη χαθούν θέσεις εργασίας και να μην κλείσουν μονάδες παραγωγής στην Ευρώπη».
Επιπλέον, ο κ. Τζιτζικώστας, εξηγώντας τις προβλέψεις του νέου πλαισίου, υπογράμμισε: «Για να καταλήξουμε στη συγκεκριμένη δέσμη μέτρων εργαστήκαμε σκληρά. Είναι μια σημαντική επιλογή, πριν να είναι πολύ αργά για τη βιομηχανία μας. Ταυτόχρονα, πρέπει να συνεχίσουμε να μειώνουμε τις εκπομπές μας από τις μεταφορές. Είναι σημαντικό ότι ο συνολικός στόχος για το 2035 μειώνεται στο 90% του αρχικού. Αυτό είναι ένα σαφές μήνυμα ότι και άλλες τεχνολογίες, εκτός από τα ηλεκτρικά οχήματα με μπαταρία, μπορούν να διατεθούν στην αγορά μετά το 2035. Και η ευελιξία μετά το 2035 εισάγει πραγματική τεχνολογική ουδετερότητα. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, παραμονή στην αγορά των ηλεκτρικών υβριδικών οχημάτων ή και των παραδοσιακών αυτοκινήτων με κινητήρα εσωτερικής καύσης. Γεγονός που δίνει στην αγορά και τον καταναλωτή την ελευθερία να αποφασίσουν ποια τεχνολογία θέλουν να οδηγήσουν».
Η νέα δέσμη μέτρων
Αναφερόμενος στα πλεονεκτήματα της νέας δέσμης μέτρων, ο επίτροπος σημείωσε: «Δίνουμε στους κατασκευαστές το περιθώριο για να καινοτομήσουν και να οργανώσουν αποτελεσματικά την παραγωγή τους. Θέτουμε προβλέψιμους και ρεαλιστικούς κανόνες που στηρίζουν την ανταγωνιστικότητα, αποτρέπουν προβλήματα στις επενδύσεις καινοτομίας στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας. Επίσης, μέσω της νέας πρότασής μας για τους εταιρικούς στόλους, προωθούμε τα καθαρά οχήματα, με το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης να αναλαμβάνουν αυτοί που έχει μεγαλύτερη σημασία να το αναλάβουν, δηλαδή οι μεγάλες εταιρίες κι όχι οι πολίτες και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις».
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το βάρος αναλαμβάνουν οι μεγάλες εταιρίες που απασχολούν περισσότερους από 250 υπαλλήλους και με κύκλο εργασιών 50 εκατ. ευρώ, οι οποίες καλύπτουν μόλις το 0,16% του συνόλου των εταιριών στην ΕΕ.
Ο κ. Τζιτζικώστας χαρακτήρισε την πρόταση της ΕΕ «ρεαλιστική», με το βάρος για τη μετάβαση σε μηδενικές εκπομπές να επωμίζονται κυρίως οι μεγάλες εταιρίες, ενώ στα κράτη μέλη παρέχεται ευελιξία για την επιλογή των πλέον κατάλληλων κινήτρων και φορολογικών μέτρων και η δυνατότητα για προσαρμογή βάσει των συνθηκών αγοράς, των εταιρικών δομών του κάθε κράτους μέλους και την ετοιμότητά του σε επίπεδο υποδομών.
«Στην πρότασή μας προβλέπεται ότι η δημόσια χρηματοδοτική στήριξη θα πρέπει να δημιουργεί προστιθέμενη αξία για την ΕΕ. Όταν τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους για τη στήριξη της υιοθέτησης καθαρότερων οχημάτων, θα πρέπει να τονώνουν τη ζήτηση για οχήματα που κατασκευάζονται στην Ευρώπη, να ενισχύουν τη βιομηχανική μας βάση, να προστατεύουν τις θέσεις εργασίας και να διασφαλίζουν ότι τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων συμβάλλουν άμεσα στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα του τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας μας. Η νέα δέσμη μέτρων θέτει επίσης τα θεμέλια για την παραγωγή μικρών, προσιτών αυτοκινήτων που κατασκευάζονται στην Ευρώπη, διασφαλίζοντας ότι ο κλάδος παραμένει ανταγωνιστικός και χωρίς αποκλεισμούς, αλλά και ότι οι Ευρωπαίοι καταναλωτές επωφελούνται από βιώσιμες και υψηλής ποιότητας επιλογές κινητικότητας», υπογράμμισε ο κ. Τζιτζικώστας.
Τι σημαίνει για τα νέα μοντέλα ICE, PHEV, EREV και EV
Με την αναθεώρηση των στόχων εκπομπών CO₂ στο 90% έως το 2035 και την εισαγωγή μηχανισμών αντιστάθμισης, οι κατασκευαστές μπορούν να συνεχίσουν να επενδύουν σε μια ποικιλία τεχνολογιών. Αυτό σημαίνει ότι:
• ICE (κινητήρες εσωτερικής καύσης): Θα παραμείνουν στην αγορά και μετά το 2035, ειδικά σε συνδυασμό με e-fuels και low-carbon steel, δίνοντας στους κατασκευαστές τη δυνατότητα να διατηρήσουν τα best-seller μοντέλα.
• PHEV (Plug-in Hybrid): Θα συνεχίσουν να παίζουν ρόλο στην αγορά, καθώς η ευελιξία του νέου πλαισίου τους επιτρέπει να συνυπάρχουν με πλήρως ηλεκτρικά οχήματα και να καλύπτουν μέρος των στόχων εκπομπών.
• EREV (Range Extender): Αποτελούν γέφυρα μεταξύ ICE και EV, και η τεχνολογική ουδετερότητα που επιβάλλει η ΕΕ τους δίνει την ευκαιρία να παραμείνουν επιλογή για τους καταναλωτές που αναζητούν αυτονομία χωρίς φόβο επαναφόρτισης.
• EV (Battery Electric Vehicles): Παραμένουν στο επίκεντρο της στρατηγικής εξηλεκτρισμού, με ειδικά κίνητρα (“super credits”) για μικρά, προσιτά μοντέλα έως 4,2 μέτρα και σημαντική υποστήριξη για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αλυσίδας μπαταριών.
Αυτή η συνύπαρξη τεχνολογιών σημαίνει ότι οι καταναλωτές θα έχουν περισσότερες επιλογές, ενώ οι κατασκευαστές μπορούν να προσαρμόσουν το χαρτοφυλάκιό τους ανάλογα με τις αγορές και τις υποδομές κάθε χώρας.
Timeline 2025–2035 για τους Ευρωπαίους κατασκευαστές
• 2025–2027: Προσαρμογή στις νέες ευέλικτες απαιτήσεις CO₂, εισαγωγή e-fuels και υβριδικών λύσεων, εκμετάλλευση των “super credits” για μικρά EV.
• 2028–2030: Ολοκλήρωση επενδύσεων σε μπαταρίες και υποδομές EV, ανάπτυξη νέων μοντέλων PHEV και EREV με στόχο βελτίωση αυτονομίας και απόδοσης.
• 2031–2033: Σταδιακή μείωση των μοντέλων ICE και των μεγαλύτερων PHEV, ενώ τα EV και τα μικρά ηλεκτρικά οχήματα επεκτείνονται σε όλες τις αγορές.
• 2034–2035: Εφαρμογή του στόχου 90% μείωσης εκπομπών CO₂, πλήρης ένταξη τεχνολογικά ουδέτερων λύσεων (EV, PHEV, EREV, ICE με e-fuels), και προσαρμογή εταιρικών στόλων σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες.
Με αυτό το χρονοδιάγραμμα, η ΕΕ δίνει ρεαλιστικό χρόνο προσαρμογής στους κατασκευαστές, προστατεύει την ανταγωνιστικότητα και διατηρεί τις θέσεις εργασίας, ενώ οι καταναλωτές αποκτούν σταθερές και βιώσιμες επιλογές κινητικότητας.







